Ο Χρήστος Θηβαίος μιλάει για τους Πέτρινους Κήπους
D׀C: Καλώς ήρθες! Δεν το περιμέναμε τόσο άμεσα μετά το καλοκαιρινό στα Καμίνια.. Ήταν ευχάριστη έκπληξη.
Χαίρομαι πολύ. Αισθάνομαι πάντα ως προσωπική μου, συναισθηματική υποχρέωση την Κρήτη κατ’ αρχήν και δεύτερον όταν βγάζω ένα καινούργιο δίσκο, δεν το βγάζω για τα δισκοπωλεία. Έτσι ακριβώς όπως με βαραίνει όμορφα, στο ίδιο μου το σπίτι να το τραγουδάω στη γυναίκα μου και στο παιδί μου, το ίδιο όμορφα θέλω να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο. Πολύ πριν παρουσιαστεί επίσημα, θέλω να βγω και να το τραγουδήσω.
D׀C: Διάβαζα μια συνέντευξή σου αυτές τις μέρες και έλεγες ότι αν ένα τραγούδι δεν ανταποκρίνεται στο κοινό καλά δεν θα το αφαιρέσεις από τον δίσκο, αλλά θα το τροποποιήσεις ώστε να αρέσει στο κοινό.
Ναι, είναι αλήθεια αυτό. Πολλές φορές γράφω ένα τραγούδι και όταν τελειώσει, αισθάνομαι κάτι πολύ σημαντικό για αυτό, έχει μια προεργασία. Όταν θα το παίξω ζωντανά και δω ότι αφορά στον κόσμο, όσο δύσκολο και να είναι, δεν θα το διευκολύνω, απλά αυτό που θέλω είναι να αγγίζει τον κόσμο με το που θα το ακούσει.
D׀C: Πες μας λίγα λόγια για την νέα σου υπέροχη δουλειά.
Ευχαριστώ που την χαρακτηρίζετε υπέροχη. Να ξεκινήσουμε από τον τίτλο που είναι «Πέτρινοι Κήποι». Είναι «πέτρινοι» γιατί νομίζω ότι, όπως εισέπραξα τα τελευταία πέντε χρόνια δώρα από όλο τον κόσμο που ήρθε με όλη την αγάπη του να με δει και να με ακούσει, και σίγουρα όχι μόνο στην Αθήνα, αλλά κυρίως στην υπόλοιπη Ελλάδα, σε αυτό που λέμε επαρχία, αν και στην Αθήνα ότι καλό συμβαίνει είναι μια μικρή επαρχία, αυτές οι γειτονιές της, είναι μικρές επαρχίες, αυτό ακριβώς, όλη αυτήν την αγάπη, την αποδοχή και την γενναιοδωρία, έπρεπε να την διυλίσω μέσα μου, να την κάνω τραγούδι και να τη δώσω πίσω. Αυτό έχει δύο χαρακτηριστικά. Το ένα είναι ο τόπος και ο χώρος. Με εμπνέει η παρέα ανθρώπων. Από τα Ανώγεια μέχρι τον Άραχθο, από την Ξάνθη μέχρι τα Κύθηρα, υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι ζουν, δουλεύουν, υπάρχουν και μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους με την παρέα τους και με την γενναιοδωρία τους. Είναι επώνυμοι, αλλά δεν είναι διάσημοι. Από την άλλη, ακριβώς επειδή μου μετάγγισαν, σαν να ήταν αίμα, την αγάπη του χώρου και του τόπου, το ποτάμι, τα βουνά, τη ρακί, τα έθιμα, τις διαδρομές, τον ήλιο, τις ανάσες και την αγωνία τους για την συνέχεια των ίδιων και των οικογενειών τους, εγώ θέλησα να ευχηθώ ότι στα «ντουβάρια» που ζούμε εμείς στις μεγάλες πόλεις, όταν θυμόμαστε αυτούς τους ανθρώπους, μέσα μας ανθίζουμε και γινόμαστε καλύτεροι την επόμενη μέρα. Αυτά πια δεν είναι «ντουβάρια», αλλά «πέτρινοι κήποι». Τελειώνοντας αυτήν την ιστορία θέλω να πω ότι εγώ είμαι ένας τυχερός άνθρωπος και εύχομαι το ίδιο σε όλους. Κάνω αυτό που μου αρέσει, με πολύ αγάπη και ειλικρίνεια, αλλά αυτό γίνεται αποδεκτό από όλο αυτό τον κόσμο, ο οποίος το πρωί ξυπνάει και πάει στην οικοδομή, τον φούρνο, το κρεοπωλείο, στο σούπερ μάρκετ, στο ταξί, στην τράπεζα, οπουδήποτε και δουλεύει και το βράδυ με πολύ αγάπη και αξιοπρέπεια έρχεται και στο ταμείο δίνει χρήματα από τον μισθό του και αφιερώνει χρόνο από την ζωή του για να με ακούσει.
D׀C: Εκτιμάς πάρα πολύ το κοινό σου.
Είναι πάρα πολύ σημαντικό αυτό, γιατί τα χρήματα αυτά εμένα με κάνουν μάγκα.
D׀C: Είναι κάτι διαφορετικό αυτό που ακούμε, αυτός ο σεβασμός προς το κοινό.
Δεν είναι μόνο σεβασμός. Αυτοί οι άνθρωποι πληρώνουν τη ζωή του παιδιού μου. Αυτοί με ζουν και αυτοί με βοηθούν και με στηρίζουν να ονειρεύομαι, να γράφω τα όνειρά μου, να ονειρεύονται και εκείνοι και αυτό μου το δίνουν πίσω. Πάρα πολύ απλό.
D׀C: Τα καινούργια τραγούδια, τα έχεις παίξει live, τα έχει ακούσει ο κόσμος. Τι ανταπόκριση υπάρχει;
Νομίζω ότι μετά τις «Μέρες Αδέσποτες» και τον «Άμλετ της Σελήνης», η καλύτερη. Είναι και το υλικό τέτοιο το οποίο θέλω ανεξαρτήτως συνθηκών να το παρουσιάζω σαν μια μεγάλη παρέα. Έχει πολύ μεγάλη σημασία για’ μένα αυτό. Αυτή η παρέα είναι ο Δημήτρης Γιαννόπουλος, ο Πέτρος Βαρθακούρης, ο Μάξιμος Δράκος, ο Γιάννης Αγγελόπουλος, ο Απόστολος Λεβεντόπουλος, ο Γιάννης Δίπλας στα φώτα, ο Χάρης Κρεμμυδάς στον ήχο. Είναι ένα κινούμενο χωριό. Αυτό το χωριό είναι ο πυρήνας των «Πέτρινων Κήπων» και κάνοντάς μου μεγάλη τιμή αυτοί οι άνθρωποι, παίζουν μαζί μου και μου μεταδίδουν το ταλέντο τους και για ακόμα μια φορά στη ζωή μου με κάνουν να αισθανθώ ευτυχισμένος, γιατί αναβαίνοντας στη σκηνή νιώθω ότι είμαι ο χειρότερος μουσικός στη μπάντα! Είναι όλοι καλύτεροι από’ μένα και αυτό με κάνει ευτυχισμένο!
D׀C: Κάποιο τραγούδι το οποίο ξεχωρίζεις από την καινούργια σου δουλειά; Κάποιο που να έχει αγαπήσει το κοινό.
Το κοινό έχει αγαπήσει πολλά. Όλοι στην μπάντα αγαπάμε πολύ το «Νερό», το οποίο το πήρε η «Μεσόγειος SOS» και το έβαλε στην καμπάνια που κάνει. Αγαπάω πολύ τα «Δέντρα», ένα παραμύθι που έγραψα για τον γιο μου, για να του μεταδώσω αυτά που αισθάνομαι για αυτούς τους λαούς, τα «δέντρα» είναι λαοί. Δεν είναι ένας μόνος. Υπάρχουν πολλά τραγούδια που αγαπάω, αλλά αυτό που θυμάμαι με συγκίνηση είναι το πρώτο λαϊκό που έχω γράψει στην ζωή μου το « Κι αν τύχει» και το άλλο είναι το «Μείνε», το οποίο είναι σε μουσική Μιχάλη Γρανά και τότε που γράφτηκε το 1972 το τραγούδησε με ξένο στίχο ο Παύλος Σιδηρόπουλος με τίτλο «Day After Day». Εγώ πήρα αυτή την κουβέντα του ρεφραίν «Stay» και έγραψα στα ελληνικά «Μείνε». Προσπάθησα να γράψω μια ολόκληρη ιστορία για αυτή τη σπαρακτική προστακτική, η οποία είναι βαθύτατα λαϊκή να την λες σε κάποιον. Το έκανα λοιπόν, ένα καινούργιο τραγούδι. Σαν να ξαναέγραφα το «Ημερολόγιο». Το έγραψα στα ελληνικά με την κρυφή πληγή ότι πολύ θα ήθελα να ήταν ο Παύλος μαζί μας να το τραγουδήσει. Ήθελα να το δώσω σε εκείνον.
D׀C: Ας αλλάξουμε θέμα. Ανοίγουμε μεγάλη κουβέντα. Η μουσική βιομηχανία περνάει κρίση ή αλλάζει επίπεδο;
Αλλάζει επίπεδο.
D׀C: Είναι προς το όφελός μας;
Είναι και είμαι πάντα αισιόδοξος.
D׀C: Δηλαδή όφελος προς της δική μας μεριά ή της βιομηχανίας;
Της δικής μας. Όλων.
D׀C: Υπάρχει μεγαλύτερη πρόσβαση στην μουσική.
Εγώ χαίρομαι πάρα πολύ που όλα τα νέα παιδιά έχουν την δυνατότητα να μπαίνουν στο internet και να κατεβάζουν τα τραγούδια μας.
D׀C: Συμφωνείς δηλαδή με αυτή την διαδικασία;
Συμφωνώ. Βέβαια συμφωνώ. Γιατί και εμείς κάποτε αντιγράφαμε τα βυνίλια.
D׀C: Έχει όμως τερατοποιηθεί η αναλογία.
Ειδικά στην Ελλάδα.
D׀C: Λέγαμε κάποτε «έχω είκοσι κασέτες και άλλες τόσες αντιγραμμένες» όταν ήμασταν δώδεκα χρονών. Τώρα λέμε «Έχω χίλιες δισκογραφίες και τις διπλάσιες κατεβασμένες». Είναι σαν να φτάνουμε στο άλλο άκρο και δεν εκτιμάμε την μουσική που ακούμε.
Έχεις δίκιο σε αυτό που λες και φυσικά δεν καταβάλουμε ένα αντίτιμο για την πνευματική διάσταση του άλλου. Έτσι το βλέπω. Διάσταση και όχι ιδιοκτησία. Κάποιος πρέπει να έχει το χρόνο να αμείβεται γι’ αυτό που κάνει και γι’ αυτό ευχαρίστησα πριν και τον κόσμο. Πρέπει να αμείβεται για να έχει και τον χρόνο να το κάνει. Από την άλλη όλα τα παιδιά είναι ελεύθερα να ονειρευτούν με τον δικό τους τρόπο. Με τα δικά τους όπλα. Νομίζω λοιπόν, ότι η μουσική σκοτώνει την πειρατεία. Η καλή μουσική μπορεί να σκοτώσει την πειρατεία. Αν έχεις κάνει έναν όντως καλό δίσκο ο κόσμος θα πάει να τον αγοράσει έτσι ή αλλιώς κάποια στιγμή. Μπορεί να μην το πάρει φέτος. Αν αγαπήσει όμως κάτι στους «Πέτρινους Κήπους», θα το πάρει σε τρία χρόνια. Εγώ αγόρασα, χωρίς να θέλω να συγκρίνω τις δουλειές, το «The Wall», δέκα χρόνια αφότου είχε βγει.
D׀C: Όταν ένα πιτσιρίκι πάει στον Θηβαίο, χωρίς να τον ξέρει πολύ καλά και περάσει όμορφα, μήπως το πρόβλημα είναι ότι μετά λέει «Εγώ θα πάω να κατεβάσω όλη του την δισκογραφία» και χάνει το νόημά του το εκάστοτε τραγουδιού. Κάνει δηλαδή μια γρήγορα ανάγνωση.
Αν υπάρχει ένα πρόβλημα, δεν είναι το γεγονός ότι δεν πάει ο κόσμος να πάρει δίσκους. Δεν έχει χρόνο να τους ακούσει.
D׀C: Αν ακούσει ο ακροατής πενήντα τραγούδια σε μία μέρα του Θηβαίου ή οπουδήποτε άλλου, χάνει λοιπόν το νόημα του τραγουδιού. Η μεγάλη πληροφορία του ήχου του κάνει κακό.
Σίγουρα τον κουράζει. Δεν έχει διάθεση να ακούσει. Νομίζω όμως ότι θα μπορούσαμε και εμείς οι ίδιοι να το διορθώσουμε. Αντί να βγάλουμε στα δισκοπωλεία ένα cd με τις μεγαλύτερες επιτυχίες ή με αυτό που πιστεύουμε ότι μας αντιπροσωπεύει είναι καλύτερα να το δώσουμε στο διαδίκτυο και να πούμε «Άκου δέκα κομμάτια να δεις ποιος είναι ο Θηβαίος».
D׀C: Έχουν αρχίσει να το κάνουν συγκροτήματα αυτό.
Αυτό νομίζω ότι είναι σπουδαίο.
D׀C: Συγκροτήματα από τον χώρο του αγγλικού ροκ, για παράδειγμα, έδωσαν στο διαδίκτυο ολόκληρο «best of» δωρεάν. Είναι μεγάλο βήμα αυτό.
Είναι ότι καλύτερο μπορούμε να κάνουμε. Το best of είναι μια χειραψία. Δεν περιμένεις να έχει χρήματα στο χέρι ο άλλος.
D׀C: Οι δισκογραφικές;
Πιστεύω ότι οι δισκογραφικές ακολουθούν, αυτό που τελικά εμείς επιμένουμε να γίνει. Η Αρλέτα μου είχε πει κάποτε ότι η επιτυχία θα σου στερήσει χρόνο, αλλά θα σου δώσει και ένα πολύ μεγάλο πλεονέκτημα, το να μπορείς να κάνεις το επόμενο βήμα σου, ακριβώς όπως το θέλεις. Από εμάς εξαρτάται πως θα διαχειριστούμε το «ταλέντο».
D׀C: Στους «Πέτρινους Κήπους» υπάρχουν τραγούδια με στίχους από άλλους καλλιτέχνες.
Στο «Για μας τους δυο» τους στίχους έχει γράψει ο Γιώργος Ανδρέου, δε δύο άλλα ο Μάνος Ελευθερίου. Σε ένα από αυτά η μουσική είναι δική μου, ενώ στο άλλο έκανα έναν πειραματισμό και θέλησα να φέρω σε ένα ιερό ραντεβού τον Μάνο Ελευθερίου με τον Jeff Buckley, την μεγάλη μου αγάπη. Νομίζω ότι κάτι κατάφερα, γιατί ο κόσμος το αγάπησε. Στο «Ας Χαθείς» είναι στίχοι «άδηλου». Προτίμησα αυτή τη λέξη από το «ανώνυμος», γιατί άδηλος είναι κάποιος που δεν ξέρω το όνομά του. Τους βρήκα τους στίχους στα πολύ προσωπικά μου χαρτιά, δεν ξέρω σε ποιον ανήκει, αλλά είναι πολύ παλιό χαρτί. Έψαξα να τον βρω στον κύκλο των ανθρώπων που εκτιμώ και μου δίνουν στίχους.
D׀C: Θα συνεχίσεις να ψάχνεις;
Ναι!
D׀C: Και αν τον βρεις;
Θα τον φιλήσω! Τα δικαιώματα έτσι ή αλλιώς είναι δικά του. Όταν έρθει εκείνη η στιγμή, τα δικαιώματα να είναι σε εκείνον ή στο παιδί του ή οπουδήποτε.
D׀C: Θα έγραφες ποτέ στίχους για άλλον καλλιτέχνη;
Δεν το έχω κάνει ακόμα. Μουσική έχω γράψει. Στίχους, δεν ξέρω, είναι πολύ περίεργο. Η Ελευθερία Αρβανιτάκη μου είχε πει ότι ήθελε πολύ να τραγουδήσει το «Ημερολόγιο», αλλά αν ήθελα να γράψω τραγούδια για άλλους μην το έκανα. Μου είπε «Αυτά που γράφεις, μόνο εσύ μπορείς να τα πεις». Νομίζω ότι εάν είχα την έμπνευση, θα το έκανα με πολύ αγάπη για κάποιον άλλο. Θα ξεκινούσα όμως με έναν συνθέτη-τραγουδοποιό και μετά για τραγουδιστή.
D׀C: Για να το εξελίξει.
Ναι.Ο μόνος τραγουδιστής για τον οποίο θα έγραφα, αν και έχει κατά καιρούς γράψει δικά του κομμάτια, είναι ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου.
D׀C: Τελευταία ερώτηση, γιατί είμαστε και λίγο πριν την συναυλία, όταν δεν γράφεις τραγούδια, όταν δεν ασχολείσαι με την μουσική αν υπάρχει τέτοια ώρα…
Κάποιες στιγμές υπάρχουν…
D׀C: Τι κάνει ο Χρήστος Θηβαίος;
Προσπαθώ να είμαι ένας καλός πατέρας. Να είμαι ειλικρινής με τον γιο μου και προσπαθώ να του εκμαιεύσω ένα σεβασμό και μια αξιοπρέπεια, την οποία πρώτα του την δίνω και μετά την περιμένω και προσπαθώ να είμαι ακόμα, μετά από οκτώ χρόνια, ο πρώτος άνδρας της γυναίκας μου!
Χαίρομαι πολύ. Αισθάνομαι πάντα ως προσωπική μου, συναισθηματική υποχρέωση την Κρήτη κατ’ αρχήν και δεύτερον όταν βγάζω ένα καινούργιο δίσκο, δεν το βγάζω για τα δισκοπωλεία. Έτσι ακριβώς όπως με βαραίνει όμορφα, στο ίδιο μου το σπίτι να το τραγουδάω στη γυναίκα μου και στο παιδί μου, το ίδιο όμορφα θέλω να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο. Πολύ πριν παρουσιαστεί επίσημα, θέλω να βγω και να το τραγουδήσω.
D׀C: Διάβαζα μια συνέντευξή σου αυτές τις μέρες και έλεγες ότι αν ένα τραγούδι δεν ανταποκρίνεται στο κοινό καλά δεν θα το αφαιρέσεις από τον δίσκο, αλλά θα το τροποποιήσεις ώστε να αρέσει στο κοινό.
Ναι, είναι αλήθεια αυτό. Πολλές φορές γράφω ένα τραγούδι και όταν τελειώσει, αισθάνομαι κάτι πολύ σημαντικό για αυτό, έχει μια προεργασία. Όταν θα το παίξω ζωντανά και δω ότι αφορά στον κόσμο, όσο δύσκολο και να είναι, δεν θα το διευκολύνω, απλά αυτό που θέλω είναι να αγγίζει τον κόσμο με το που θα το ακούσει.
D׀C: Πες μας λίγα λόγια για την νέα σου υπέροχη δουλειά.
Ευχαριστώ που την χαρακτηρίζετε υπέροχη. Να ξεκινήσουμε από τον τίτλο που είναι «Πέτρινοι Κήποι». Είναι «πέτρινοι» γιατί νομίζω ότι, όπως εισέπραξα τα τελευταία πέντε χρόνια δώρα από όλο τον κόσμο που ήρθε με όλη την αγάπη του να με δει και να με ακούσει, και σίγουρα όχι μόνο στην Αθήνα, αλλά κυρίως στην υπόλοιπη Ελλάδα, σε αυτό που λέμε επαρχία, αν και στην Αθήνα ότι καλό συμβαίνει είναι μια μικρή επαρχία, αυτές οι γειτονιές της, είναι μικρές επαρχίες, αυτό ακριβώς, όλη αυτήν την αγάπη, την αποδοχή και την γενναιοδωρία, έπρεπε να την διυλίσω μέσα μου, να την κάνω τραγούδι και να τη δώσω πίσω. Αυτό έχει δύο χαρακτηριστικά. Το ένα είναι ο τόπος και ο χώρος. Με εμπνέει η παρέα ανθρώπων. Από τα Ανώγεια μέχρι τον Άραχθο, από την Ξάνθη μέχρι τα Κύθηρα, υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι ζουν, δουλεύουν, υπάρχουν και μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους με την παρέα τους και με την γενναιοδωρία τους. Είναι επώνυμοι, αλλά δεν είναι διάσημοι. Από την άλλη, ακριβώς επειδή μου μετάγγισαν, σαν να ήταν αίμα, την αγάπη του χώρου και του τόπου, το ποτάμι, τα βουνά, τη ρακί, τα έθιμα, τις διαδρομές, τον ήλιο, τις ανάσες και την αγωνία τους για την συνέχεια των ίδιων και των οικογενειών τους, εγώ θέλησα να ευχηθώ ότι στα «ντουβάρια» που ζούμε εμείς στις μεγάλες πόλεις, όταν θυμόμαστε αυτούς τους ανθρώπους, μέσα μας ανθίζουμε και γινόμαστε καλύτεροι την επόμενη μέρα. Αυτά πια δεν είναι «ντουβάρια», αλλά «πέτρινοι κήποι». Τελειώνοντας αυτήν την ιστορία θέλω να πω ότι εγώ είμαι ένας τυχερός άνθρωπος και εύχομαι το ίδιο σε όλους. Κάνω αυτό που μου αρέσει, με πολύ αγάπη και ειλικρίνεια, αλλά αυτό γίνεται αποδεκτό από όλο αυτό τον κόσμο, ο οποίος το πρωί ξυπνάει και πάει στην οικοδομή, τον φούρνο, το κρεοπωλείο, στο σούπερ μάρκετ, στο ταξί, στην τράπεζα, οπουδήποτε και δουλεύει και το βράδυ με πολύ αγάπη και αξιοπρέπεια έρχεται και στο ταμείο δίνει χρήματα από τον μισθό του και αφιερώνει χρόνο από την ζωή του για να με ακούσει.
D׀C: Εκτιμάς πάρα πολύ το κοινό σου.
Είναι πάρα πολύ σημαντικό αυτό, γιατί τα χρήματα αυτά εμένα με κάνουν μάγκα.
D׀C: Είναι κάτι διαφορετικό αυτό που ακούμε, αυτός ο σεβασμός προς το κοινό.
Δεν είναι μόνο σεβασμός. Αυτοί οι άνθρωποι πληρώνουν τη ζωή του παιδιού μου. Αυτοί με ζουν και αυτοί με βοηθούν και με στηρίζουν να ονειρεύομαι, να γράφω τα όνειρά μου, να ονειρεύονται και εκείνοι και αυτό μου το δίνουν πίσω. Πάρα πολύ απλό.
D׀C: Τα καινούργια τραγούδια, τα έχεις παίξει live, τα έχει ακούσει ο κόσμος. Τι ανταπόκριση υπάρχει;
Νομίζω ότι μετά τις «Μέρες Αδέσποτες» και τον «Άμλετ της Σελήνης», η καλύτερη. Είναι και το υλικό τέτοιο το οποίο θέλω ανεξαρτήτως συνθηκών να το παρουσιάζω σαν μια μεγάλη παρέα. Έχει πολύ μεγάλη σημασία για’ μένα αυτό. Αυτή η παρέα είναι ο Δημήτρης Γιαννόπουλος, ο Πέτρος Βαρθακούρης, ο Μάξιμος Δράκος, ο Γιάννης Αγγελόπουλος, ο Απόστολος Λεβεντόπουλος, ο Γιάννης Δίπλας στα φώτα, ο Χάρης Κρεμμυδάς στον ήχο. Είναι ένα κινούμενο χωριό. Αυτό το χωριό είναι ο πυρήνας των «Πέτρινων Κήπων» και κάνοντάς μου μεγάλη τιμή αυτοί οι άνθρωποι, παίζουν μαζί μου και μου μεταδίδουν το ταλέντο τους και για ακόμα μια φορά στη ζωή μου με κάνουν να αισθανθώ ευτυχισμένος, γιατί αναβαίνοντας στη σκηνή νιώθω ότι είμαι ο χειρότερος μουσικός στη μπάντα! Είναι όλοι καλύτεροι από’ μένα και αυτό με κάνει ευτυχισμένο!
D׀C: Κάποιο τραγούδι το οποίο ξεχωρίζεις από την καινούργια σου δουλειά; Κάποιο που να έχει αγαπήσει το κοινό.
Το κοινό έχει αγαπήσει πολλά. Όλοι στην μπάντα αγαπάμε πολύ το «Νερό», το οποίο το πήρε η «Μεσόγειος SOS» και το έβαλε στην καμπάνια που κάνει. Αγαπάω πολύ τα «Δέντρα», ένα παραμύθι που έγραψα για τον γιο μου, για να του μεταδώσω αυτά που αισθάνομαι για αυτούς τους λαούς, τα «δέντρα» είναι λαοί. Δεν είναι ένας μόνος. Υπάρχουν πολλά τραγούδια που αγαπάω, αλλά αυτό που θυμάμαι με συγκίνηση είναι το πρώτο λαϊκό που έχω γράψει στην ζωή μου το « Κι αν τύχει» και το άλλο είναι το «Μείνε», το οποίο είναι σε μουσική Μιχάλη Γρανά και τότε που γράφτηκε το 1972 το τραγούδησε με ξένο στίχο ο Παύλος Σιδηρόπουλος με τίτλο «Day After Day». Εγώ πήρα αυτή την κουβέντα του ρεφραίν «Stay» και έγραψα στα ελληνικά «Μείνε». Προσπάθησα να γράψω μια ολόκληρη ιστορία για αυτή τη σπαρακτική προστακτική, η οποία είναι βαθύτατα λαϊκή να την λες σε κάποιον. Το έκανα λοιπόν, ένα καινούργιο τραγούδι. Σαν να ξαναέγραφα το «Ημερολόγιο». Το έγραψα στα ελληνικά με την κρυφή πληγή ότι πολύ θα ήθελα να ήταν ο Παύλος μαζί μας να το τραγουδήσει. Ήθελα να το δώσω σε εκείνον.
D׀C: Ας αλλάξουμε θέμα. Ανοίγουμε μεγάλη κουβέντα. Η μουσική βιομηχανία περνάει κρίση ή αλλάζει επίπεδο;
Αλλάζει επίπεδο.
D׀C: Είναι προς το όφελός μας;
Είναι και είμαι πάντα αισιόδοξος.
D׀C: Δηλαδή όφελος προς της δική μας μεριά ή της βιομηχανίας;
Της δικής μας. Όλων.
D׀C: Υπάρχει μεγαλύτερη πρόσβαση στην μουσική.
Εγώ χαίρομαι πάρα πολύ που όλα τα νέα παιδιά έχουν την δυνατότητα να μπαίνουν στο internet και να κατεβάζουν τα τραγούδια μας.
D׀C: Συμφωνείς δηλαδή με αυτή την διαδικασία;
Συμφωνώ. Βέβαια συμφωνώ. Γιατί και εμείς κάποτε αντιγράφαμε τα βυνίλια.
D׀C: Έχει όμως τερατοποιηθεί η αναλογία.
Ειδικά στην Ελλάδα.
D׀C: Λέγαμε κάποτε «έχω είκοσι κασέτες και άλλες τόσες αντιγραμμένες» όταν ήμασταν δώδεκα χρονών. Τώρα λέμε «Έχω χίλιες δισκογραφίες και τις διπλάσιες κατεβασμένες». Είναι σαν να φτάνουμε στο άλλο άκρο και δεν εκτιμάμε την μουσική που ακούμε.
Έχεις δίκιο σε αυτό που λες και φυσικά δεν καταβάλουμε ένα αντίτιμο για την πνευματική διάσταση του άλλου. Έτσι το βλέπω. Διάσταση και όχι ιδιοκτησία. Κάποιος πρέπει να έχει το χρόνο να αμείβεται γι’ αυτό που κάνει και γι’ αυτό ευχαρίστησα πριν και τον κόσμο. Πρέπει να αμείβεται για να έχει και τον χρόνο να το κάνει. Από την άλλη όλα τα παιδιά είναι ελεύθερα να ονειρευτούν με τον δικό τους τρόπο. Με τα δικά τους όπλα. Νομίζω λοιπόν, ότι η μουσική σκοτώνει την πειρατεία. Η καλή μουσική μπορεί να σκοτώσει την πειρατεία. Αν έχεις κάνει έναν όντως καλό δίσκο ο κόσμος θα πάει να τον αγοράσει έτσι ή αλλιώς κάποια στιγμή. Μπορεί να μην το πάρει φέτος. Αν αγαπήσει όμως κάτι στους «Πέτρινους Κήπους», θα το πάρει σε τρία χρόνια. Εγώ αγόρασα, χωρίς να θέλω να συγκρίνω τις δουλειές, το «The Wall», δέκα χρόνια αφότου είχε βγει.
D׀C: Όταν ένα πιτσιρίκι πάει στον Θηβαίο, χωρίς να τον ξέρει πολύ καλά και περάσει όμορφα, μήπως το πρόβλημα είναι ότι μετά λέει «Εγώ θα πάω να κατεβάσω όλη του την δισκογραφία» και χάνει το νόημά του το εκάστοτε τραγουδιού. Κάνει δηλαδή μια γρήγορα ανάγνωση.
Αν υπάρχει ένα πρόβλημα, δεν είναι το γεγονός ότι δεν πάει ο κόσμος να πάρει δίσκους. Δεν έχει χρόνο να τους ακούσει.
D׀C: Αν ακούσει ο ακροατής πενήντα τραγούδια σε μία μέρα του Θηβαίου ή οπουδήποτε άλλου, χάνει λοιπόν το νόημα του τραγουδιού. Η μεγάλη πληροφορία του ήχου του κάνει κακό.
Σίγουρα τον κουράζει. Δεν έχει διάθεση να ακούσει. Νομίζω όμως ότι θα μπορούσαμε και εμείς οι ίδιοι να το διορθώσουμε. Αντί να βγάλουμε στα δισκοπωλεία ένα cd με τις μεγαλύτερες επιτυχίες ή με αυτό που πιστεύουμε ότι μας αντιπροσωπεύει είναι καλύτερα να το δώσουμε στο διαδίκτυο και να πούμε «Άκου δέκα κομμάτια να δεις ποιος είναι ο Θηβαίος».
D׀C: Έχουν αρχίσει να το κάνουν συγκροτήματα αυτό.
Αυτό νομίζω ότι είναι σπουδαίο.
D׀C: Συγκροτήματα από τον χώρο του αγγλικού ροκ, για παράδειγμα, έδωσαν στο διαδίκτυο ολόκληρο «best of» δωρεάν. Είναι μεγάλο βήμα αυτό.
Είναι ότι καλύτερο μπορούμε να κάνουμε. Το best of είναι μια χειραψία. Δεν περιμένεις να έχει χρήματα στο χέρι ο άλλος.
D׀C: Οι δισκογραφικές;
Πιστεύω ότι οι δισκογραφικές ακολουθούν, αυτό που τελικά εμείς επιμένουμε να γίνει. Η Αρλέτα μου είχε πει κάποτε ότι η επιτυχία θα σου στερήσει χρόνο, αλλά θα σου δώσει και ένα πολύ μεγάλο πλεονέκτημα, το να μπορείς να κάνεις το επόμενο βήμα σου, ακριβώς όπως το θέλεις. Από εμάς εξαρτάται πως θα διαχειριστούμε το «ταλέντο».
D׀C: Στους «Πέτρινους Κήπους» υπάρχουν τραγούδια με στίχους από άλλους καλλιτέχνες.
Στο «Για μας τους δυο» τους στίχους έχει γράψει ο Γιώργος Ανδρέου, δε δύο άλλα ο Μάνος Ελευθερίου. Σε ένα από αυτά η μουσική είναι δική μου, ενώ στο άλλο έκανα έναν πειραματισμό και θέλησα να φέρω σε ένα ιερό ραντεβού τον Μάνο Ελευθερίου με τον Jeff Buckley, την μεγάλη μου αγάπη. Νομίζω ότι κάτι κατάφερα, γιατί ο κόσμος το αγάπησε. Στο «Ας Χαθείς» είναι στίχοι «άδηλου». Προτίμησα αυτή τη λέξη από το «ανώνυμος», γιατί άδηλος είναι κάποιος που δεν ξέρω το όνομά του. Τους βρήκα τους στίχους στα πολύ προσωπικά μου χαρτιά, δεν ξέρω σε ποιον ανήκει, αλλά είναι πολύ παλιό χαρτί. Έψαξα να τον βρω στον κύκλο των ανθρώπων που εκτιμώ και μου δίνουν στίχους.
D׀C: Θα συνεχίσεις να ψάχνεις;
Ναι!
D׀C: Και αν τον βρεις;
Θα τον φιλήσω! Τα δικαιώματα έτσι ή αλλιώς είναι δικά του. Όταν έρθει εκείνη η στιγμή, τα δικαιώματα να είναι σε εκείνον ή στο παιδί του ή οπουδήποτε.
D׀C: Θα έγραφες ποτέ στίχους για άλλον καλλιτέχνη;
Δεν το έχω κάνει ακόμα. Μουσική έχω γράψει. Στίχους, δεν ξέρω, είναι πολύ περίεργο. Η Ελευθερία Αρβανιτάκη μου είχε πει ότι ήθελε πολύ να τραγουδήσει το «Ημερολόγιο», αλλά αν ήθελα να γράψω τραγούδια για άλλους μην το έκανα. Μου είπε «Αυτά που γράφεις, μόνο εσύ μπορείς να τα πεις». Νομίζω ότι εάν είχα την έμπνευση, θα το έκανα με πολύ αγάπη για κάποιον άλλο. Θα ξεκινούσα όμως με έναν συνθέτη-τραγουδοποιό και μετά για τραγουδιστή.
D׀C: Για να το εξελίξει.
Ναι.Ο μόνος τραγουδιστής για τον οποίο θα έγραφα, αν και έχει κατά καιρούς γράψει δικά του κομμάτια, είναι ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου.
D׀C: Τελευταία ερώτηση, γιατί είμαστε και λίγο πριν την συναυλία, όταν δεν γράφεις τραγούδια, όταν δεν ασχολείσαι με την μουσική αν υπάρχει τέτοια ώρα…
Κάποιες στιγμές υπάρχουν…
D׀C: Τι κάνει ο Χρήστος Θηβαίος;
Προσπαθώ να είμαι ένας καλός πατέρας. Να είμαι ειλικρινής με τον γιο μου και προσπαθώ να του εκμαιεύσω ένα σεβασμό και μια αξιοπρέπεια, την οποία πρώτα του την δίνω και μετά την περιμένω και προσπαθώ να είμαι ακόμα, μετά από οκτώ χρόνια, ο πρώτος άνδρας της γυναίκας μου!
Μείνε ενημερωμένος
Εβδομαδιαία ενημέρωση για εκδηλώσεις, νέα και πολιτιστικά δρώμενα της Κρήτης.
